Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Φίδι , που σ΄έφαγε...





   Σερνόταν η ΄Ανοιξη κι ας ήταν Ιούνης.
 Ο Κίτσος έτρεχε, μπουχός , ιδρώτας και κλάμα τον μούστριζαν.
Μόνο μια μύξα σφούγγισε στο σχισμένο μανίκι.
   Είχε ξεχάσει τις λιοπάνες στο καλύβι, με συνέπεια να γυρίσει απροειδοποίητα, κι εκεί έπιασε την γυναίκα του,την Μαίρη,την αθεόφοβη, καβάλα με τον Θωμά τον θεριζεργάτη στα χωράφια.
  Την είδε τσίτσιδη στην αχυρόστρωση, κι έπαθε.
   Πριν φωνάξει τον πρόλαβε μια κραυγή κι ένα χλιμίντρισμα.
  ΄Ενα φόρτωμα καντήλια δραπέτευσαν απ΄το στόμα του, δίνοντας ώθηση στην αναπάντεχη πιλάλα, που του' λαχε .
 Νταρντάνα η Μαίρη , αμυγδαλωμάτα,με καπούλια, τό΄παιζε το μάτι.
 ΄Ολο κάτι μισόλογα άκουγε στο χωριό, αλλά τα ξεχνούσε, καθώς βολευόταν ανάμεσα στα στήθια της.
 Ταμπλάς του ήλθε με το που τους είδε και λάκιξε.
  Το είχε ορκιστεί, αν τύχαινε σ΄αυτόν τέτοιο πράγμα, να φύγει, να χαθεί από προσώπου γης.
   Κι έτσι έφυγε, κι έτρεχε, μέχρι που απόστασε.
  Πέρασε το διάσελο και διάλεξε μια πέτρα, να μην τον βλέπει κανείς και να ανασυντάξει τις σκέψεις του.
Δεν είχε δει ,στο σάστισμά του, την οχιά κάτω από την πέτρα.
Από μικρό τον ταλάνιζε η μητρική κατάρα...''Φίδι που σ΄έφαγε....''

5 σχόλια:

  1. Καταπληκτικό!
    Με δυο οχιές ήρθε αντιμέτωπος ο καημένος ο Μήτσος, γλιτωμό δεν είχε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πόλύ Μαρία. Καλή και δημιουργική χρονιά !

      Διαγραφή
    2. Ευχαριστώ πόλύ Μαρία. Καλή και δημιουργική χρονιά !

      Διαγραφή