Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Στουμπάω, στουμπίζω-στούμπηγμα

Στουμπάω, στουμπίζω = Κτυπάω με δύναμη και λιώνω, θρυμματίζω, συμπιέζω .
                                           Χρησιμοποιείται από πολύ παλιά για τα κτυπήματα , που έχουν συντριπτικά αποτελέσματα.
                                         Λένε π.χ. ''στουμπάω τις μπριζόλες'' , που σημαίνει κοπανάω με κάποιο βαρύ ( σιδερένιο) αντικείμενο τις μπριζόλες .
                  '' ΄Επεσα και στούμπησα τα γόνατά μου'', που σημαίνει έπεσα και κτύπησα (τραυμάτησα) τα γόνατά μου.
                 '' Πρόσεχε με το σφυρί, θα στουμπήσεις το χέρι σου'', που σημαίνει πρόσεχε με το σφυρί ( πως κτυπάς) θα τραυματίσεις το χέρι σου.
                   ''Δεν προσέχει και είναι όλο στουμπήγματα'', που σημαίνει ότι δεν προσέχει και είναι γεμάτος μελανιές.-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου